Αρχική Βιβλία - ΕκδόσειςΣυνεντεύξειςΑτζέντα - ΝέαΦωτογραφίεςΕπικοινωνία Blog

Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player


Γιώργος Σταυρακάκης
και θα επιστρέφω στις αλάνες
μ' ένα χωνάκι παγωτό και δυο γκαζές
κι οι τρύπιες τσέπες μου θα στάζουν παραμύθια
για τα παιδιά που δεν μεγάλωσαν ποτέ
που ψάχνουν τ' όνειρο στης πόλης τα σκουπίδια


Νεο CD
Χάρτινες πόλεις - Γιώργος Σταυρακάκης
Χάρτινες Πόλεις

Marco Zappa/"ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ", 2010
ΒιογραφικόΔισκογραφία ΣτίχοιΚριτικέςΜουσικά δείγματα

Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

< Βιβλιογραφία

Δείγμα γραφής

Ένα παλιό καλοκαίρι

Εκδόσεις «Μανόλη Κυριάκη» 1988 - Ηράκλειο. 28 ποιήματα του Γιώργου Σταυρακάκη

Ένα παλιό καλοκαίρι

“Ψηλά στο φαλακρό διάζωμα
ένα γεράκι ανθρώπινο παραμονεύει”

Γερακίσιο το μάτι του ποιητή Γιώργου Σταυρακάκη, παραμονεύει από ψηλά και καταγράφει με το στίχο του τα – που – βλέπει στους ανθρώπους. Δεικτικός ο στοχασμός του, μέσα από τις μνήμες μιας σκληρής αρχής στη ζωή, σκαλίζει τις τύψεις του για το παρελθόν, μα και για το αύριο, το μέλλον.

Ευαίσθητος, γλυκομίλητος, με αδρές λέξεις στον κάθε του στίχο μας παίρνει από το χέρι, μικρούς ακόμα στην ηλικία του ποιητικού λόγου, για να περπατήσουμε μαζί του προς το μέλλον. Είναι η κατάρα του ποιητή πάντα να βλέπει προφητικά μπροστά! Πάντα γλωσσικός μάντης αυτός, συμπληρώνει με τους στίχους του τις γραφές του αύριο.

Πάντα ο κάθε ποιητής έχει την απαίτηση να τον διαβάσουν, σίγουρος πως μέσα στα γραφτά του και τα οράματα που καταχωρεί είναι οι εικόνες του αύριο, γεγονότα που έρχονται χωρίς να μπορεί καμιά δύναμη να τα σταματήσει.

Με μια τεράστια “φαγάνα”, δοκιμασμένο εργαλείο του χρόνου, σκάβει ο ποιητής τα συναισθήματά του, αναδεύει τις μνήμες του – είναι και δικές μας μνήμες, αφού τα ζήσαμε, τα είδαμε και μας αραδιάζει με περίσσια τέχνη και λόγο – πλοκή τις τύψεις του.

“Ψάχνοντας τα τελευταία μας τραύματα
πήραν οι καινούργιες μέρες ν' αλέθουν
τα πάντα μαζί με τα κομμάτια μας,
τα όνειρα, τους φόβους”

Αλίμονο, πόσοι από εμάς, οι περισσότεροι σίγουρα, δεν κάναμε όνειρα, δεν είχαμε φόβους! Όλα όμως τα λιάνισαν αυτοί που υποτίθεται ότι είχαν την εντολή να μας συντρέξουν στην προσπάθειά μας για το μέλλον, στον αγώνα μας και την αγωνία μας να βγούμε μπροστά.

“Αγγιξες με τη μνήμη τα κομμάτια σου
Χρόνια αμέτρητα στο ίδιο τοπίο
Ορθια και Μόνη”

Να η επιβεβαίωση της ακούσιας μοναξιάς μας, της εθελοντικής στέρησης της ζωής!

“Είναι κάτι σταγόνες
που δεν στέγνωσαν ποτέ
πάνω στο λινό σου πουκάμισο”

Τούτες οι σταγόνες - μνήμες - δεν είναι μόνο δάκρυ, γιατί το δάκρυ, αλίμονο, πάντα στεγνώνει να αφήσει τόπο στο επόμενο. Να χαράξει και αυτό με τη σειρά του το δρόμο σε μια μελλοντική ανακούφιση χαράς και προσδοκίας.

“πάλιωσαν τα καλοκαίρια
παρέα με τη ζωή”

Χρόνος και ζωή κυλούν αντάμα στο ζαρωμένο από τη σκέψη μέτωπο του ποιητή Γιώργου Σταυρακάκη. Έτσι, που ο ιδρώτας της πελαγίσιας μνήμης και της τυραννικής ακούσιας τύψης να νικά την βαρύτητα, να κυλά όπως οι λέξεις, οριζόντια πια, προς το βάθος μιας χαρακιάς του μετώπου.

Ακολουθεί την απόγνωση μέσα από τη γνώση των πραγμάτων και ο στοχασμός του περπατά πάνω στο μονοπάτι που οδηγεί αταλάντευτα στην άβυσσο του ονείρου του.

“κατάρα του μεσημεριού
με τα κόκκινα μάτια
καμιά παλίρροια δε θα σε σβήσει πια
κανένας χρόνος”

Ο ποιητής καταδικασμένος με τη θέλησή του, δεν θα απαλλαγεί ποτέ από το βάρος της στοχαστικής τύψης. Ανατρέπει ρωμαλέα τη φορά των πραγμάτων. Χαρίζεται στους ανθρώπους, που όμως τους καταδικάζει κιόλας. Οι πράξεις, οι αλήθειες στους στίχους του, δεν θα σβήσουν ποτέ. Δεν φοβούνται αυτές το χρόνο. Ο φυσικός κανόνας έχει κιόλας ανατραπεί.

Τούτα τα δυο απλά στοιχεία κρύβουν μέσα τους τη δυναμική της ποίησης του Γιώργου Σταυρακάκη. Φανερώνουν θριαμβευτικά την ποιότητα της σκέψης του και τον ανθρώπινο αυθορμητισμό του. Μας εξηγεί εύκολα και ξεκάθαρα το γιατί γράφει στίχους, γιατί μας “ζαλίζει” το κεφάλι με τις τύψεις και τα οράματά του. Θα τον ακούσουμε; Το ελπίζω!»

Κ. ΑΡ. (ΑΙΛΙΟΣ)

Αύγουστος του '73
λόγια αγάπης
χαραγμένα ανεξίτηλα
με σουγιά στ’ αλμυρίκια
ή σε κρανία ζώων
ο ήλιος στο σταυρό
κι ύστερα το γέλιο σου
να κουδουνίζει ψηλά
- θρύψαλα πάγου σε ποτήρι διάφανο –
σβήνει τη δίψα

στο βάθος
ένας μικρός ξυπόλητος
πουλάει φρούτα

Τη νύχτα η φωτιά
να μας αρπάζει ολόκληρους
κραυγές που λιώνουν ή πνίγονται
στο βυθό του αστερία
Το σώμα μας
πετράδια θλίψης

στο βάθος
ένα καϊκι ολόφωτο
παραμονεύει

Τώρα
δεν ξέρω κι εγώ πώς
μασκαρεμένοι τουρίστες ή πουλιά
γυροφέρνουν το πτώμα σου
σε πολλαπλές εφορμήσεις
κι η θάλασσα απόπληχτη
- κλοιός κι αρμύρα –
ξερνάει εντόσθια

στο βάθος
πέντε έξι άνθρωποι μαζεύουν την κορδέλα
στήνουν το πλέγμα
γελούν και φεύγουν

ψηλά στο φαλακρό διάζωμα
ένα γεράκι ανθρώπινο παραμονεύει