Στην Άκρη της Πένας
Εκδόσεις «ΔΗΜΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ» 2009 - Ηράκλειο

ΜΑΤΩΜΕΝΟ ΙΝΤΕΡΜΕΝΤΖΟ*
Κι απ’ το ρούχο σου έσταζ’ αίμα, Πλήθος αίμα ελληνικό…»…
Δεν ξέρω τι να σκέφτηκε ο ανακριτής σαν είδε προχτές τους «κατηγορούμενους» οικοδόμους που του προσεκόμισε η Γενική Ασφάλεια Αθηνών. Σ’ εμένα μία φορά, ήρθε αυθόρμητη η στροφή του Ύμνου, όπως διαβάζω την είδηση: «Με ματωμένα ρούχα προσήχθησαν ν’ απολογηθούν οι 38 οικοδόμοι». Έτσι γράφουν οι εφημερίδες. Αιμοσταγείς, πληγιασμένοι, μπλαβισμένοι στο ξύλο. Επιστροφή στα… μετόπισθεν από το μέτωπο της ιερής εξέτασης που αναβίωσε με την εμφάνισή της η ΕΡΕ. Από τις χιλιάδες τους οικοδόμους που διαμαρτυρήθηκαν την περασμένη βδομάδα, έριξε αυτούς τους τριάντα οχτώ, στα γρανάζια του διωγμού. Μα πριν από τον τυπικό διωγμό, η εκδίκηση, στα σκοτεινά μπουντρούμια της Ασφάλειας. Εκεί που νόμος είναι το μίσος. Το βαθύ και αδυσώπητο μίσος για κάθε όρθιο ανάστημα. Το μίσος που έχει ποτίσει τις στουμποχάρτινες ψυχές των οργάνων από τον παλιό εκείνο, απαίσιο καιρό. Εκεί στα σκοτεινά είχε φωλιάσει κι εκούρνιαζε παραφυλάγοντας λιμασμένο αγρίμι. Κι οσφραίνονταν τους καρπούς. Κι εμετρούσε τις ώρες ξεφυλλίζοντας τον κίτρινο ημεροδείχτη της υπομονής του. Τρία τόσα χρόνια είχαν περάσει. Κάποιες αραιές εξορμήσεις του πρόπερσι το καλοκαίρι πού να σταθούν ικανές να χορτάσουν τόση βουλημία. Κι ήρθε ξαφνική κι αναπάντεχη η … «άνωθεν τεταγμένη» ευκαιρία της εξόδου. Σαν ελατήριο που πιέστηκε υπερβολικά, τινάχτηκε ο βούρδουλας. Κι εβίτσισε τον αέρα, κι ύστερα τις ράχες των Ελλήνων «εν ονόματι του κράτους του νόμου». Κι όπως είπε και ο Κανελλόπουλος «εν ονόματι της ελευθερίας και του κράτους». Γιατί, λέει, «ελευθερία δίχως κράτος δεν υπάρχει, παρά μόνο στην έρημο».
Και για να μην είναι ελεύθερος αλλά έρημος ο τόπος, βούρδουλας και ιερή εξέταση. Έτσι τη νοιώθει ο πρωθυπουργός την παρουσία του κράτους. Να «προσάγονται οι πολίτες» στον ανακριτή, με ματωμένα ρούχα. Και να θυμάται ο κόσμος πως είναι… «Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη» η λευτεριά του. Θλιβερή δικαίωση του εθνικού ποιητή, ύστερα από εκατόν πενήντα χρόνια, σ’ ένα ελληνοελληνικό μακελειό. Εικόνα και ομοίωση του κράτους που οραματίζεται να εγκαταστήσει στον τόπο ο κ. Κανελλόπουλος, αυτοί οι τριάντα οχτώ οικοδόμοι. Σπασμένα μέλη, βγαλμένα μάτια, πληγές στο σώμα, και… κατηγορούμενοι. Η απόλυτη έννοια της ηθικής και του δίκιου όπως το καταλαβαίνει η δεξιά εικονογραφημένη σε ζωντανές παραστάσεις. Και γιατί; Μα, δεν θέλει ρώτημα. Γιατί δεν φώναζαν ζήτω η ΕΡΕ. Γιατί πάτησαν πόδι αρνούμενοι να δεχτούνε κυβέρνηση στον τόπο που οικοδομούνε από τους καταδικασμένους χαλαστές. Γιατί δεν θέλουν να πάνε όμηροι του 1967 στα λατομεία της Γερμανίας. Γιατί είπανε πως αυτός ο τόπος έχει επιτέλους δικαιώματα στη Δημοκρατία που εγέννησε. Και ακόμη γιατί, αρνηθήκανε να πέσουνε στα τέσσερα. Για όλα αυτά, τους βαραίνει κατηγορία. Κι ακόμη «για αντίσταση κατά της αρχής».
Αν μπορεί νάναι αρχή αυτό το σαρκοβόρο που αμολύθηκε στους δρόμους της πρωτεύουσας. Και καλά, στο διάολο ό,τι έγινε εκεί στη μέση του δρόμου. Η ανανδρία όμως του βασανιστηρίου στα κρατητήρια; Τα χτυπήματα κι η βάρβαρη κακοποίηση «εκ του ασφαλούς»; Κι αυτά είναι κράτος; Είναι αρχή αυτή ή μήπως προμελετημένος κι οργανωμένος σαδισμός; Κι αν είναι νόμιμο να βασανίζονται σήμερα πολίτες ελεύθερων λαών στα μπουντρούμια του κράτους, τότε τι έγινε εκείνη η νίκη των ανθρώπων στον μεγάλο πόλεμο κατά του κτηνώδους ναζισμού; Για ποιο λόγο στήθηκαν οι κρεμάλες της Νυρεμβέργης; Γιατί γέμισε ο τόπος μας μνήματα και πένθος; Για να… αντικατασταθούν μόνο οι βασανιστές; Κρίμα. Κρίμα στις θυσίες, κρίμα στη νίκη. Χαράμι πάει το χυμένο αίμα για μία τόσο διαστρεμμένη ελευθερία;
Ε, όχι. Δεν πήγε τίποτα χαράμι. Είναι μία ακόμη δύσκολη ώρα του λαού μας, που θα την περάσει κι αυτήν. Είναι οι έσχατοι σφαδασμοί του φασισμού σε τούτον τον έρημο αλήθεια τόπο. Κι έχει σκαλιστεί με σκαρπέλο στη συνείδηση των όρθιων ανθρώπων η τελεσίδικη ημερομηνία του τέλους του. Ματώνεται, πληγώνεται, πονεί και υποφέρει ο λαός μας μα στέκει ορθός και μάχεται την τελευταία μάχη. Μάχεται και τραγουδεί το απλοϊκό μα τόσο συμβολικό σήμερα τραγουδάκι:
«Ο Μάιος μας έφθασε
Εμπρός βήμα ταχύ…»
Έσχατο ματωμένο ιντερμέντζο στο πολύχρονο και μεγάλο δράμα του.
* Το βιβλίο είναι γραμμένο σε πολυτονικό σύστημα.
|